Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Συνέντευξη στην BECOOL πόρτα: Μέρος ΙΙ



Με ξαναπήρε τηλέφωνο ο πανάγαθος αφεντικός από τον προσωπικό του αριθμό (ΝΑΙ, ΜΑΛΙΣΤΑ). Για τις κρέπες. Μιλούσαμε κανένα δίλεπτο. Η ατάκα που με συνεπήρε είναι ότι ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ και δεν έχει ξεχάσει τι μου είχε πει και πραγματικά ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ (ΒΡΕ ΚΟΙΤΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΕΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΣ  ΠΕΦΤΕΙ Ο ΦΠΑ ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ). Μου είπε να πάω σήμερα στις πέντε και μετά το έκανε έξι (ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΞΕΙ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΠΙΖΙ -ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΦΟΡΑ- ΕΙΝΑΙ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΜΠΙΖΝΕΣΣΜΑΝ). 
Μπαίνω τρέχοντας στο γραφείο του, γιατί είχα φτάσει παρά δύο λεπτά. Ήταν μόνος του. Μου προτείνει καφέ, μου δίνει χειραψία. Με ρωτάει αν είμαι καλά και μου λέει να βγάλω αν θέλω την τσάντα και τον μπουφάν μου (ΛΕΩ ΟΧΙ ΕΝΤΑΞΕΙ, ΒΓΑΖΩ ΜΠΟΥΦΑΝ, ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΣΚΑΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ). Μην αγχώνεσαι μου λέει (ΕΝΤΑΞΕΙ, ΔΕΝ ΑΓΧΩΝΟΜΑΙ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕ). Με τα πολλά και τα λίγα, αρχίζει να μου εξηγεί πόσο τον δυσκόλεψα και αν θυμάμαι τι μου είχε πει. Ναι, θυμάμαι. Αλλά μου τα ξαναείπε για να είμαστε σίγουρες ότι δεν θα τα ξεχάσω. 
«Θα σε πάρω γιατί θέλω να σε βοηθήσω. Να ξέρεις πως είσαι ιδιαίτερο ατομάκι. Όμως με έχεις δυσκολέψει πολύ με το βιογραφικό σου (ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, ΔΕΝ ΤΟ ΗΘΕΛΑ). Δεν το χρειάζομαι, αλλά έκατσε τώρα και το πήρα (ΡΩΣΙΚΗ ΡΟΥΛΕΤΑ). Αλλά να ξέρεις εγώ στα καφέ μου, παίρνω μόνο κοντινούς μου ανθρώπους. Αν εσύ καταφέρεις να γίνεις ένας από αυτούς τότε, μπράβο σου (HUNGER GAMES ΦΑΣΗ). Αυτό είναι ξεκάθαρα στο δικό σου χέρι και μόνο εσύ με τις δικές σου δυνάμεις μπορείς να το παλέψεις (ΝΑ ΚΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥΛΗΣ ΜΑΣ). Στο περιβάλλον αυτό θα εκπαιδευτείς ιδιαίτερα και θα μάθεις αρκετά πράγματα (ΣΕ ΑΥΤΟ ΣΥΜΦΩΝΩ).» 
Τελικά όμως, η δουλειά που θα μου δώσει δεν θα είναι στο υποκατάστημα της Φιλίππου, γιατί εκεί έχει λέει κάτι αρχαία και δεν του δίνουν την άδεια (ΚΟΙΤΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΧΡΕΙΟΥΣ, ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΦΕ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΕΤΡΕΣ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΝ). Οπότε θα με πάρει στο κατάστημα στο λιμάνι. Μετά άρχισε τις συμβουλές επαγγελματικής μόδας.
«Και ποια θα είναι η δουλειά που θα κάνω;»
«Μισό λεπτό, πρέπει να σου πω πρώτα κάποια πράγματα (ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΓΩΝΙΑΣ. ΘΑ ΚΑΝΩ ΚΡΕΠΕΣ; ΘΑ ΣΕΡΒΙΡΩ ΚΑΦΕΔΕΣ; ΘΑ ΚΟΙΤΑΩ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ;). Θα φοράς στολή, μπλουζάκι μαύρο. Από κάτω ένα τζιν και κολάν –όχι από αυτά τα διάφανα (Ε ΝΑΙ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΜΗΝ ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΕΔΩ ΜΕΣΑ, ΠΡΩΙΝΑΔΙΚΟ ΕΙΠΑΜΕ). Σε θέλω κυρία. Σωστά πράματα. Να μαζέψεις και τα μαλλιά, γιατί είμαστε σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Δεν θέλουμε να πέσει καμιά τρίχα και να τρέχουμε. Να προσέξεις το άτιτιουντ σου ρε παιδί μου. Να είσαι άνετη και ευγενική. Θα είσαι βαμμένη ελαφριά (ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΚΙΓΙΕΖ;), δεν θα έχεις βαμμένα τα νύχια σου, αλλά περιποιημένα (ΤΙ ΕΝΝΟΕΙ, ΑΣ ΜΟΥ ΠΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ). Να χαμογελάς, έτσι πρέπει. Να είσαι χαρούμενη (ΘΑ ΜΟΥ ΔΙΝΕΤΕ ΚΑΠΟΙΟ ΝΑΡΚΩΤΙΚΟ;). Να είσαι εύθυμο τυπάκι, για να χαίρεται κι ο κόσμος (ΦΥΣΙΚΑ, ΣΙΓΟΥΡΑ). Θα δουλεύεις από τις εφτά το πρωί μέχρι τις τέσσερις. Σε βολεύει αυτό;»
«Ναι, αλλά τι δουλειά θα είναι;» 
«Θα σου πω τώρα και για τη δουλειά (ΜΑΛΛΟΝ, ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΟΔΑΣ, ΑΤΙΤΙΟΥΝΤ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ). Η δουλειά είναι να σερβίρεις καφέδες στα γύρω μαγαζιά. Δηλαδή, να πηγαίνεις παραγγελίες με δίσκο (ΑΧΑ, ΣΑΝ ΚΛΗΤΗΡΑΣ ΓΙΑ ΚΑΦΕ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ-ΙΣΩΣ ΤΟ ΜΟΝΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, ΑΝ ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΠΑΤΗΜΑ). Πώς σου φαίνεται αυτό;»
«Εντάξει μου ακούγεται. Ούτως ή άλλως ψάχνω ακόμα δουλειά, όπως σας είπα και στο τηλέφωνο. Μπορείτε όμως να μου πείτε ποιος είναι ο μισθός; Είπατε θα δουλεύω από τις εφτά μέχρι τις τέσσερις.»
«Ναι, ναι. Αυτές είναι οι ώρες. Το μαγαζί είναι πρωινάδικο. Ξέρεις από αυτά με τα κρύα σάντουιτς, κρέπα, καφέ και χυμό. Θα παίρνεις λίγο πιο κάτω από τον βασικό. Δηλαδή, τετρακόσια μείον (ΠΟΣΟ ΜΕΙΟΝ; ΔΗΛΑΔΗ, ΕΝΝΙΑΩΡΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΜΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΡΙΑ ΕΥΡΩ ΤΗΝ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΕΡΑΤΖΑΔΕΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΩ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ;).» 
«Αχα.» 
«Ναι, νομίζω ότι θα τα πας καλά. Αν είσαι έτσι όπως είσαι και δεν υποκρίνεσαι.»
«Ναι, όχι τι να υποκρίνομαι (ΞΕΡΟΚΑΤΑΠΙΝΩ και αμφισβητώ την εαυτή μου εκείνη τη στιγμή, γιατί τέτοια είμαι). Δεν θα μπορούσα να υποκριθώ, δεν είναι του στυλ μου. Έτσι όπως με βλέπετε είμαι (ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΚΑΤΙ ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΚΑΝΩ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΟΝΤΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΑΥΤΟ ΦΤΑΙΕΙ).»
«Το ξέρεις ότι με δυσκόλεψες πολύ; Τι να πω, ελπίζω να πάει καλά.»
«Ναι, μάλλον καλά θα πάει. Θα προσαρμοστώ γρήγορα (ΑΝ ΕΡΘΩ ΝΑ ΜΕ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΙΤΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ).»
«Ναι, αυτό εσύ θα το δεις. Εγώ δεν ξέρω. Να σε βοηθήσω ήθελα. Έτσι; Το ξεκαθαρίζω. Ό,τι ερωτήσεις έχεις πάνω στη δουλειά, θα ρωτάς τον προϊστάμενό σου (ΝΑ ΤΗ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΑΜΕ ΠΡΙΝ). Θα κάνεις τη δουλίτσα σου κανονικά και μην αγχώνεσαι. Για όλους έχει. Κανένας που δουλεύει δίπλα μου, κοντινός μου (Ε ΜΑ ΠΙΑ, ΦΑΓΩΘΗΚΕ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ), δεν έχει πρόβλημα και δεν ψάχνει δουλειά. Αν είσαι έξυπνη, θα εξελιχθείς και θα πας μπροστά και θα ανέβουν και τα λεφτά STEP BY STEP (χρησιμοποιούσε τέτοιες ίνγκλις μαγευτικές ατάκες, αλλά δεν τις συγκράτησα όλες). Είσαι έξυπνη;»
«Ε δεν ξέρω, είμαι; (ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΟΧΙ ΠΟΛΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΛΑΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ)»
«Εγώ δεν ξέρω, εσύ ξέρεις. Φαίνεσαι έξυπνη. Στο βιβλιοπωλείο που δούλευες πόσα λεφτά έπαιρνες;»
«Τον ίδιο μισθό που θα μου δώσετε εσείς.»
«Εμ βλέπεις; Άρα δεν είσαι έξυπνη (ΤΟ ‘ΞΕΡΑ)! Δεν το χειρίστηκες σωστά, γιατί εκεί δεν είχε εξέλιξη (ΕΝΩ ΕΔΩ, ΜΠΟΡΕΙ ΣΕ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΕΡΒΙΤΟΡΑ Η΄ ΝΑ ΣΤΙΒΩ ΧΥΜΟΥΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΩ ΚΡΕΠΕΣ). Αυτά προς το παρόν. Θα με παίρνεις για ό,τι χρειάζεσαι στον προσωπικό μου αριθμό. Θα σε πάρω κι εγώ για ό,τι χρειαστώ. Τα ένσημα θα σου τα κολλάμε, αλλά μπορεί να αργούν λίγο (Α ΟΚΕΙ, ΚΑΤΑΛΑΒΑ). Θα πληρώνεσαι πέντε μέρες μετά το τέλος κάθε μήνα. Αλλά εσένα δεν σε πειράζει αυτό; Έτσι (ΜΕ ΚΟΙΤΑΕΙ ΜΕ ΒΛΕΜΜΑ, ΑΣ ΤΟΛΜΗΣΩ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΟΧΙ). Έχεις να με ρωτήσεις κάτι;»
«Όχι (ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΡΗΜΑΔΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ ΜΕΣΑ). Σας ευχαριστώ πολύ.» 
«Ναι, όχι μη με ευχαριστείς. Απλώς, βοηθάμε. Εδώ έτσι είμαστε, γιατί δεν γίνεται αλλιώς (Ε ΝΑΙ ΚΙ ΕΣΕΙΣ, ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΟΙ ΚΑΗΜΕΝΟΙ).»
Πήγα με το αυτοκίνητο ως τη Γιαννιτσών που είναι τα γραφεία της εταιρίας, μόνη μου. Στον γυρισμό χάθηκα και νευρίασα και σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο να ρωτήσω πού είναι η περιοχή που μένω, γιατί έχει εκατό γέφυρες και εκατό τεράστιους δρόμους που οδηγάνε όλες σαν τρελοί. Τζάμπα. Σκέφτηκα πώς θα του πω στο τηλέφωνο ότι δεν θέλω τη δουλειά. Δεν θέλω να με εκμεταλλεύονται, να ξεπατικώνομαι εννιά ώρες, βάλε και μία τη μετακίνηση για κάτω από τετρακόσια ευρώ τον μήνα. Ούτε θέλω να φοράω μπλουζάκι-στολή πάλι, να είμαι βαμμένη κάπως, να φοράω κολάν-όχι-τα-διάφανα-τα πρόστυχα- ή τζιν (ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ Ο ΚΩΛΟΣ, ΔΗΛΑΔΗ, ΟΧΙ ΠΟΛΥ) να προσέχω το άτιτιουντ μου (ΑΝΤΕ ΠΑΡΑΤΑ ΜΑΣ, ΚΟΥΚΛΙΤΣΕ ΜΟΥ) και να χαίρεται άκυρος κόσμος μαζί μου (ΝΑΙ. ΖΗΤΩ. ΠΑΡΤΙ.). Ούτε να γίνω η κοντινή του γλοιώδη φιλάνθρωπου τύπου θέλω. Επειδή όπως έχω ξαναπεί, είμαι σιχαμερά ευγενικιά, δεν θα πω πολλά. Μόνο να πάνε να χτυπηθούν σε κοφτερό μπλέντερ ή να βουλιάξουν σε κινούμενη λάσπη ή να τραβηχτούν με το καζανάκι. Κι ο βασικός μισθός και οι αγγελίες εργασίας και το σύστημα εργασίας και πιο πολύ τα αφεντικά που είναι ενεργά υποκείμενα με ελεύθερη βούληση και παρόλα αυτά λειτουργούν έτσι όπως λειτουργούν. Δεν θέλω τίποτα. Δεν βρήκα δουλειά, ούτε αυτή τη φορά, ουσιαστικά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου